Η πίστα του Silverstone, που προέρχεται από την αξιοποίηση ενός παλιού πολεμικού αεροδρομίου, είναι το μέρος στο οποίο γεννήθηκε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα της Formula 1.

Από το 1950 μέχρι και σήμερα, η συγκριμένη πίστα μας έχει προσφέρει αρκετές αξέχαστες στιγμές και μερικούς πολύ ανταγωνιστικούς αγώνες, καθώς το Βρετανικό Grand Prix πραγματοποιείται στην πατρίδα των περισσότερων ομάδων, δίνοντάς τους ένα επιπλέον κίνητρο.

Το Grand Prix του 1998 έμεινε στην ιστορία τόσο για το αγωνιστικό κομμάτι, που περιείχε μάχες ρόδα με ρόδα στη βροχή, όσο και για το πρωτοφανές περιστατικό που συνέβη στον τερματισμό.

Ο συγκεκριμένος αγώνας αποτέλεσε την 9η στάση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του 1998. Επίσης θα φιλοξενούσε άλλη μια μάχη μεταξύ των οδηγών που διεκδικούσαν τον τίτλο, καθώς τους Hakkinen και Schumacher χώριζαν μόνο 6 βαθμοί πριν την έναρξη του τριημέρου.

Στις κατατακτήριες δοκιμές του Σαββάτου η pole position πήγε στον Hakkinen, ενώ ο Schumacher κατέλαβε τη δεύτερη θέση. Ο Villeneuve θα εκκινούσε τρίτος, με τον Coulthard να βρίσκεται στην 4η θέση του grid στον εντός έδρας αγώνα του.

Στις ώρες που προηγήθηκαν από την έναρξη του αγώνα είχε βρέξει αρκετά, με αποτέλεσμα η πίστα να είναι στεγνή σε μερικά κομμάτια και βρεγμένη σε άλλα. Όλοι οι οδηγοί (εκτός από τις δύο Stewart) επέλεξαν να ξεκινήσουν τον αγώνα με τα ενδιάμεσα ελαστικά.

Στην εκκίνηση οι Hakkinen και Schumacher διατήρησαν τις θέσεις τους, ενώ ο Coulthard πέρασε τον Villeneuve και ανέβηκε 3ος. Στην 4η θέση βρέθηκε απροσδόκητα ο Alesi, πραγματοποιώντας μια σπουδαία εκκίνηση. Πίσω του ακολουθούσαν οι Villeneuve και Frentzen.

H κατάσταση στην πρωτοπορία παρέμεινε σταθερή στους πρώτους γύρους, όμως λίγο αργότερα ο Coulthard κατάφερε να προσπεράσει τον Schumacher με μια καθαρή κίνηση και να ανέβει στη 2η θέση.

Όσο περνούσε η ώρα όμως, η βροχή ολοένα και δυνάμωνε. Από τον 25ο γύρο και έπειτα, έγινε εμφανής η ανάγκη για χρήση των «full wet» ελαστικών.

Όταν οι δύο McLaren μπήκαν στα pits, o Hakkinen τοποθέτησε τα βρόχινα ελαστικά, ενώ ο Coulthard χρησιμοποίησε ένα νέο σετ ενδιάμεσων.
Αυτό έδωσε αρχικά ένα μικρό πλεονέκτημα στο Σκωτσέζο, καθώς είχε πολύ καλό ρυθμό στους γύρους που ακολούθησαν μετά από τα pit stops. Καθώς όμως η ένταση της βροχής δυνάμωνε, η επιλογή του Hakkinen αποδείχθηκε πιο σωστή.

Με τον αγώνα να βρίσκεται στο μέσο του, ο Hakkinen είχε την πρωτοπορία, ο Coulthard τον ακολουθούσε, ενώ ο Schumacher βρισκόταν περίπου δέκα δευτερόλεπτα πίσω τους. Στην 4η θέση είχε ανέβει ο Irvine, ανακάμπτοντας εντυπωσιακά από μια κακή εκκίνηση που τον είχε ρίξει αρκετά πίσω.

Στον 38ο γύρο όμως, ο Coulthard είχε μια έξοδο ενώ προσπαθούσε να δώσει γύρο σε πιο αργούς συνδυασμούς. Η McLaren του αποσταθεροποιήθηκε στο φρενάρισμα και κατέληξε στην αμμοπαγίδα, αναγκάζοντας το Σκωτσέζο να εγκαταλήψει.

Σε αυτό το σημείο του αγώνα πολλοί οδηγοί είχαν εξόδους και τετακέ, χάνοντας τη μάχη με τις συνθήκες της πίστας που ολοένα και χειροτέρευαν.
Ο Hakkinen είχε και αυτός μια πολύ δύσκολη στιγμή, χάνοντας τον έλεγχο στην έξοδο της πολύ γρήγορης στροφής Bridge. Το μονοθέσιο του Φιλανδού ολοκλήρωσε μια περιστροφή 360 μοιρών ταξιδεύοντας αρχικά στο χορτάρι και έπειτα κατά μήκος της αμμοπαγίδας, ενώ τελικά ο Mika κατάφερε να ξαναμπεί στην πίστα χωρίς να χάσει την πρωτοπορία.

Με τις συνθήκες της πίστας να είναι πλέον πολύ δύσκολες για τους οδηγούς, κρίθηκε αναγκαία η εμφάνιση του Αυτοκινήτου Ασφαλείας. Η κατάταξη των πρώτων έξι μονοθεσίων που το ακολουθούσαν ήταν η εξής σε εκείνο το σημείο: Hakkinen, Schumacher, Irvine, Alesi, Fisichella, Wurz.

Στον 49ο γύρο το Αυτοκίνητο Ασφαλείας επέστρεψε στα pits και ο αγώνας επανήλθε στους κανονικούς του ρυθμούς. Ο Hakkinen προσπάθησε αμέσως να απομακρυνθεί από τον Schumacher, όμως βγήκε εκτός πίστας στη Becketts και έχασε την πρωτοπορία. Αργότερα αποκαλύφθηκε πως η McLaren του Φιλανδού είχε υποστεί ζημιά στην εμπρός αεροτομή από την προηγούμενη έξοδο του Mika στη Bridge.

Με τον αγώνα να οδεύει προς το τέλος του, ο Mika δεχόταν πλέον πίεση και από τον Eddie Irvine, ενώ στα pits της Ferrari επικρατούσε πανικός, και ο λόγος ήταν ο εξής: Ο Schumacher είχε προσπεράσει τη Benetton του Fisichella, η οποία ήταν έναν γύρο πίσω, πριν από τη γραμμή εκκίνησης-τερματισμού στο γύρο που αποσύρθηκε το Αυτοκίνητο Ασφαλείας. Οπότε οι αγωνοδίκες επέβαλλαν στο Γερμανό ποινή stop and go, με δύο γύρους να απομένουν για το τέλος του αγώνα.

Ο Schumacher μπήκε για να εκτίσει την ποινή του στον τελευταίο γύρο, όμως πέρασε τη γραμμή του τερματισμού πριν φτάσει στα box της ομάδας του, κερδίζοντας έτσι τον αγώνα.

Ο Hakkinen πήρε την καρό σημαία στην πίστα, ενώ αμέσως ξεκίνησαν οι συζητήσεις για το αν θα επιτραπεί στο Γερμανό να κρατήσει τη νίκη.

Έπειτα ακολούθησαν διαπραγματεύσεις της Ferrari με τη FIA, που περιελάμβαναν επιχειρήματα σχετικά με τη χρονική στιγμή του αγώνα στην οποία δόθηκε η ποινή και με το πόσο ξεκάθαρο ήταν το χειρόγραφο σημείωμα που τους ειδοποίησε για το γεγονός.

Επίσης, η FIA δε μπορούσε να προσθέσει την ποινή στον τελικό χρόνο του Γερμανού, μιας και ο κανονισμός έλεγε πως αυτού του είδους η τιμωρία εφαρμόζεται μόνο εάν το περιστατικό που προκάλεσε την ποινή συνέβη στους τελευταίους 12 γύρους του αγώνα, κάτι που δεν ίσχυε στην περίπτωση του Schumacher.

Με αυτόν τον τρόπο λοιπόν ο Michael Schumacher κέρδισε το Βρετανικό Grand Prix, ενώ οι Hakkinen και Irvine συμπλήρωσαν το βάθρο. Πλέον ο Γερμανός βρισκόταν μόλις 2 βαθμούς πίσω από το Mika στη μάχη του τίτλου.